Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο



Η Τουρκία επιζητούσε πάντα επικυρίαρχο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο ψάχνοντας για ευκαιρίες. Επίσημες τουρκικές αναφορές για «αναφαίρετα τουρκικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο» βρίσκουμε δεκαετίες πίσω. Ωστόσο, με το Σχ. Ανάν τα πράγματα καθάρισαν περισσότερο. Μερικές βδομάδες πριν το δημοψήφισμα (2 Μαρτίου 2004), το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας καθιστούσε σαφή τα αδιαπραγμάτευτα «νόμιμα και ζωτικής σημασίας δικαιώματα και συμφέροντα  της Τουρκίας … στην Αν. Μεσόγειο».  
Το Σχ. Ανάν ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για την Τουρκία να ακυρώσει νόμιμα πλέον - εάν γινόταν αποδεκτό το Σχέδιο-  κάθε επιδίωξη για ρύθμιση της Κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) με γειτονικές χώρες και κατ΄επέκταση την αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου από την Κύπρο. Προς τούτο, πρωτοστατήσαμε τότε στην αποκάλυψη της Αγγλο-Τουρκικής συνωμοσίας γύρω από τον ενεργειακό πλούτο στην Αν. Μεσόγειο. Ένα παράδειγμα της τουρκικής παρέμβασης ήταν η υποσημείωση στο Παράρτημα V (Σχ. Ανάν) με τον κατάλογο των Διεθνών Συμβάσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας που μεταφέρονταν στο υπό ίδρυση ανανικό κράτος. Ο κατάλογος περιελάμβανε την Διεθνή Συμφωνία μεταξύ Κύπρου-Αιγύπτου για την ΑΟΖ, μόνο που μια «αθώα» υποσημείωση -με μικρά γράμματα- καταργούσε ουσιαστικά την συγκεκριμένη συμφωνία καθιστώντας την ανεφάρμοστη. Το γιατί ορισμένοι επιλέγουν μέχρι σήμερα να παραβλέπουν την υποσημείωση, είναι ανεξήγητο. Εντάσσεται στην ίδια ανεξήγητη «λογική» που θρηνεί για «τα 40 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους των αγγλικών βάσεων … τεράστιας οικονομικής αξίας» που θα επιστρέφονταν με το Σχ. Ανάν, αλλά παραβλέπουν το δικαίωμα παρέμβασης που αποχτούσαν Τουρκία και Αγγλία στον ενεργειακό πλούτο της Κύπρου. Αυτό τον παράγοντα που αλλάζει την Ιστορία της Αν. Μεσογείου τον θεωρούσαν λεπτομέρειες και «σενάρια φαντασίας». Η πραγματικότητα σήμερα ενώπιον μας δεν είναι λεπτομέρειες ούτε φαντασία.   
Στο παρόν, η τουρκική επεκτατικότητα με στόχο την Αν. Μεσόγειο μετουσιώνεται στο δόγμα Νταβούτογλου το οποίο «εξαφανίζει» το Καστελλόριζο, εκδίδει επίσημους τουρκικούς χάρτες που καταπατούν τα δικαιώματα για ρύθμιση της ελληνικής ΑΟΖ, τα δικαιώματα της κυπριακής ΑΟΖ και φυσικά, εντείνονται οι στρατιωτικές προκλήσεις και απειλές. Εκείνο που έχει εξοργίσει την Τουρκία και γίνεται άκρως επικίνδυνη για να ανατρέψει τις εξελίξεις, είναι η ολοένα μεγαλύτερη σύζευξη μεταξύ Κύπρου-Ισραήλ και Ελλάδας. Χαρακτηριστικά, από τα συνολικά  ενεργειακά αποθέματα που θα μπορεί να διαχειριστεί ένας στρατηγικός άξονας Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου σε σχέση με τις ανάγκες της Ε.Ε., προκύπτει κάτι απλό: Ο Τουρκικός στόχος ακυρώνεται και ο Ελληνισμός αποκτά κορυφαία στρατηγική αξία για την Ευρώπη για πολλές δεκαετίες.
Τα ενεργειακά κοιτάσματα στην Κυπριακή ΑΟΖ παρέχουν τη δυνατότητα πρόκλησης ενός γεωπολιτικού σεισμού ο οποίος μπορεί να ανατρέψει την δυσβάσταχτη επικυρίαρχη θέση που επιδιώκει η Τουρκία στην Αν. Μεσόγειο. Πρόκειται για ευκαιρία αιώνων που θα πρέπει μια άξια ηγεσία με διορατικότητα να διαχειριστεί. Ενόψει προεδρικών εκλογών στην Κύπρο, έχουν όλοι υποχρεωθεί τώρα να αναγνωρίσουν τις ιστορικές δυνατότητες από την αξιοποίηση του φυσικού αερίου. Μόνο που για κάποιους ήταν φαντασίες και προφάσεις για να απορρίψουμε το Σχέδιο τους. Σήμερα με διάφορα ευφυολογήματα επιδιώκουν να καλύψουν τα αναπάντητα ερωτήματα. Τώρα θυμήθηκαν τον Θεό και αναφέρονται σε «θεόσταλτο δώρο» ως περίπου να προέκυψε ουρανοκατέβατα σήμερα. Τα θεόσταλτα κοιτάσματα ευτυχώς τα αντιλήφθηκαν οι πολίτες που έκριναν ελεύθερα ότι με το Σχέδιο τους όλα ήταν τελειωμένα. Για τα συμβάντα στο Μαρί, η κοινωνία απαίτησε σε πολιτικό επίπεδο λογοδοσία από όσους διαχειρίζονταν την εξουσία και είχαν ευθύνη για το θέμα. Τι πρέπει να απαιτείται από πολιτικούς και … τεχνοκράτες που αποδέχονταν την παρέμβαση Τουρκίας-Αγγλίας στον ενεργειακό πλούτο της Κύπρου και ακύρωναν την ευκαιρία αιώνων; Ποιος μπορεί να χειριστεί ένα τέτοιο ιστορικό και συνάμα ριψοκίνδυνο εγχείρημα που θα καθορίσει το μέλλον του ελληνισμού; Κάποιος που τα θεωρούσε λεπτομέρειες και φαντασιώσεις;
Κώστας Μαυρίδης                                                   mavrides@ucy.ac.cy             

Πολιτική, Επιστήμη και Οικονομία



Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού και σε δικτατορικά/φασιστικά καθεστώτα, συχνά η επιστήμη (και τέχνη) στρατεύτηκαν με το ζόρι να υπηρετήσουν ιδεολογήματα και σκοπιμότητες της εξουσίας. Δυστυχώς και στο πολίτευμα της σύγχρονης δημοκρατίας με ατομική πολιτική ελευθερία, συχνά η διαχείριση της οικονομίας καταντά εργαλείο πολιτικών σκοπιμοτήτων και εκλογικών στοχεύσεων. Η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Κυπριακή ιδιαιτερότητα αποτελεί ίσως η ευκολία και ο τρόπος που η επιστήμη υποτάσσεται στις πολιτικές σκοπιμότητες.   
Απέναντι στο επερχόμενο οικονομικό τσουνάμι, κάθε απώλεια πολύτιμου χρόνου και πολύτιμων κρατικών πόρων και ευκαιριών, συνιστά έγκλημα εναντίον της κοινωνίας. Πρωτίστως όσοι προβάλλονται ως τεχνοκράτες οφείλουν να υπερασπιστούν το σωστό ενάντια στον οδοστρωτήρα των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Άλλωστε, εν μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης (που συμβαίνει μια φορά κάθε … αιώνα), η λήψη αποφάσεων κανονικά λαμβάνεται με απόλυτο κριτήριο το δημόσιο συμφέρον ενώ κάθε άλλη σκοπιμότητα παραγνωρίζεται.
Στην Κύπρο ένας πρώην Υπουργός Οικονομικών ομολογεί εκ των υστέρων - προφανώς χωρίς να το αντιλαμβάνεται– την επικράτηση των σκοπιμοτήτων την κρίσιμη ώρα. Αυτό φανερώνουν οι ομολογίες του σε «εκλογικό κέρδος για το κυβερνών κόμμα» από την εσπευσμένη ανακοίνωση επένδυσης από το Κατάρ, «λογική των δαπανών, στα υπουργεία, [που] είναι αμιγώς πολιτική ή κομματική», «πολύ μεγάλες σπατάλες» και «μεγάλες πολιτικές πιέσεις», μαζί με την δική του παρέμβαση σε διεθνή οίκο για να αναβάλει την προγραμματισμένη έκθεση μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2011. Αυτά διότι «σεβόταν την πολιτική της κυβέρνησης». Στην ουσία, η επιστήμη και η προσωπική ευθύνη για προάσπιση της κοινωνίας και των απλών ανθρώπων, υποτάχθηκαν μπροστά στην «πολιτική της κυβέρνησης». 
Συμπεριφορές όπως πιο πάνω υπάρχουν πολλές. Αναφέρω ενδεικτικά την διαχείριση μιας πρόσθετη αξίας (!) 700 περίπου εκατομμυρίων ευρώ που προέκυψε πριν μερικά χρόνια από συγχώνευση τραπεζών και αναγνωρίστηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αφού έτυχε έγκρισης από διοίκηση και Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, εσωτερικούς ελεγκτές,  ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές και αρμόδια εποπτικά όργανα χωρίς να υπάρχει καταγραμμένη ένσταση κανενός. Εκείνη η πρόσθετη αξία (!) ΟΛΟΚΛΗΡΗ κρίθηκε πριν μερικούς μήνες ότι έχει μηδενιστεί χωρίς και πάλι την οποιαδήποτε ένσταση. Η επιστήμη ξανά και ξανά υποτάσσεται σε σκοπιμότητες με τον κανόνα της σιωπής να επικρατεί.
Συμπεριφορές σύγχυσης επιστήμης και πολιτικής έχουμε και σε ιδεολογικό επίπεδο. Χαρακτηριστική και επίκαιρη περίπτωση όσοι είχαν προμετωπίδα της ιδεολογίας τους την ελεύθερη οικονομία, υποτίθεται. Υποτίθεται, διότι προφανώς αλλάζουν ιδεολογία κατά που συμφέρει. Στους καλούς καιρούς -πριν την καταιγίδα – στιγμάτιζαν την κρατική εποπτεία ως «βάρος στις πλάτες του επιχειρηματικού κόσμου» και «στρέβλωση της ελεύθερης οικονομίας».  Αλλά με ευκολία αποδέχτηκαν να φορτωθούν στον  φορολογούμενο 1.8 δις ευρώ για να διασφαλιστεί η λειτουργία ιδιωτικής τράπεζας (λόγω ζημιών της) χωρίς να έχουν εξαντληθεί άλλες επιλογές. Ένα μήνα μετά «ανακάλυψαν» ότι υπάρχει μηχανισμός στήριξης. Και επειδή κάτι ξέρουμε, ρωτάμε: Υπήρχε δυνατότητα εξαγοράς της τράπεζας από ξένη τράπεζα, που θα κατέληγε σε περικοπές με  άμεση απόλυση σημαντικού αριθμού υψηλόβαθμων στελεχών της τράπεζας, χωρίς όμως μετακύλυση κόστους στον φορολογούμενο; Εκείνοι που πριν λίγα χρόνια επέκριναν δριμύτατα το κράτος ως «ανίκανο επιχειρηματία» σήμερα έκριναν απόλυτα αναγκαίο να βάλει το κράτος την  πλάτη του από κάτω για να καλύψει μιαν ιδιωτική τράπεζα (με 1.8 δις) και με την διοίκηση στη θέση της. Κατόπιν εορτής, η λαϊκή κατακραυγή υποχρέωσε κάποιους να παραιτηθούν. Πάντως, ιδεολογία καλού  καιρού με καταφυγή στο κράτος στους κακούς καιρούς, δεν είναι ιδεολογία, είναι σκοπιμότητα.       
Επιμένουμε για μήνες πως το μερίδιο ευθύνης του καθενός μόνο μια έρευνα θα το καταδείξει. Ανεξάρτητα όμως, εν μέσω της πρωτοφανούς καταιγίδας, το δημόσιο συμφέρον ως κριτήριο όλων των αποφάσεων επιβάλλει ως πρώτο μέτρο να αρχίσουν οι τράπεζες να ξαναδανείζουν. Σε αυτό έπρεπε να επικεντρωθεί η Κυβέρνηση. Αυτό επιβάλλει και η επιστήμη.
Κώστας Μαυρίδης                                                   mavrides@ucy.ac.cy

Μακριά από Σκοπιμότητες



Για την σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας έχουμε ξαναγράψει. Αλλά όπου υπάρχει πολιτική υπάρχουν και σκοπιμότητες. Και δεν είναι μόνο οι προεδρικές εκλογές που δηλητηριάζουν την τρέχουσα συζήτηση στο προσκήνιο. Είναι και ένας μολυσμένος ιός που παρείσφρησε στις διαπροσωπικές σχέσεις αρμοδίων προσώπων (πρώην και νυν) ακόμη και τεχνοκρατών. Βεβαίως οι προσδοκίες από τους πολιτικούς ήταν ήδη προ πολλού μειωμένες. Ωστόσο, ολοένα στην αντιπαράθεση πλέον εισρέουν εκδοχές και επιχειρήματα που εμφανίζονται με επιστημονικό  λεκτικό και μανδύα. Αλλά η επιστημονική κατάρτιση και το ανάλογο λεκτικό δεν διασφαλίζει ευθυκρισία και ανάλογο ηθικό σθένος με επικέντρωση στην επιστημονική τεκμηρίωση και αντιπαράθεση. Αντιθέτως, η τεχνοκρατική κατάρτιση και γνώση μπορεί να καταντήσει επικοινωνιακό εργαλείο για να στήνονται παγίδες στον απλό κόσμο ο οποίος μέσα στην θολούρα αδυνατεί να αξιολογήσει αμερόληπτα.
Οι πηγές των προβλημάτων της κυπριακής οικονομίας στην παρούσα φάση είναι δύο: τα δημόσια οικονομικά και η τεράστια τραπεζική τρύπα. Το υποθετικό σενάριο με ένα μόνο πρόβλημα δεν έχει πρακτική σημασία. Τα δύο προβλήματα συνυπάρχουν αλληλοσυνδεόμενα από την αρχή της κρίσης όπως και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης επεσήμαναν ως κύριες πηγές κινδύνου για την Κύπρο: (α) τον τραπεζικό τομέα και (β) τη συνεχή διάβρωση των δημόσιων οικονομικών δειχτών. Η διασύνδεσή τους ήταν συγκεκριμένη ιδίως τα τελευταία χρόνια. Σε περίπτωση ανάγκης για κρατική στήριξη των κυπριακών τραπεζών (από ζημιές στα ελλαδικά ομόλογα μέχρι και τυχόν έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ), το μέγεθος της τραπεζικής τρύπας που θα δημιουργείτο στην Κύπρο θα ήταν συγκριτικά τεράστιο σε σχέση με τις δυνατότητες της κυπριακής οικονομίας και θα συμπαρέσυρε περαιτέρω προς το χειρότερο τα δημόσια οικονομικά. Την αναμονή ενός τέτοιου σεναρίου επιβεβαίωναν οι απανωτές υποβαθμίσεις της κυπριακής οικονομίας.
Έχουμε και άλλοτε αναφερθεί στις σκοπιμότητες (πολιτικές ή ιδιοτελείς) που επικράτησαν με πιο τρανταχτό παράδειγμα τις ομολογίες του πρώην αρμόδιου Υπουργού ο  οποίος προσδοκώντας προφανώς στον έπαινο (!) περιέγραφε και την δική του παρέμβαση με αποτέλεσμα «το εκλογικό κέρδος» μαζί με πολλά άλλα φαύλα. Οι ευθύνες της Κυβέρνησης είναι ασήκωτες για τα δημόσια οικονομικά. Παρόμοιες συμπεριφορές υπάρχουν και στην άλλη πλευρά η οποία στοχεύει στο Προεδρικό. Μόνο που και οι ευθύνες των τραπεζιτών είναι ασυγχώρητες. Κάθε επιδίωξη –που όντως συμβαίνει– να διογκώνεται η ευθύνη του ενός και να μηδενίζεται η ευθύνη του άλλου υπηρετεί σκοπιμότητες χωρίς νόημα.
Η αμόλυντη επιστήμη (όχι η επίκληση της για να καλύψουν τα κενά ή τις προσωπικές τους αδυναμίες) υποδεικνύει και τις δύο πηγές προβλημάτων με την διασύνδεσή τους. Οι τεράστιες ζημιές των τραπεζών (λόγω ριψοκίνδυνων τοποθετήσεων) σε μεγέθη δυσθεώρητα για την κυπριακή οικονομία, ακρωτηρίασαν περαιτέρω την δυνατότητα του κράτους να παρέμβει σε περίπτωση ανάγκης. Στον επιστημονικό διάλογο αυτά τα σημαντικά υποβαθμίστηκαν για να επικρατήσουν άλλες εκδοχές που προφανώς υπηρετούν σκοπιμότητες και με τον απλό κόσμο που δεν κατέχει το αντικείμενο να παραπλανάται. Για παράδειγμα, λέχτηκε πως το κούρεμα των ελλαδικών ομολόγων προκάλεσε 4 δις ζημιές και επομένως αυτή είναι η ρίζα των κακών μας. Εμμέσως, αφήνεται να νοηθεί πως η ορθή επιλογή για την Κύπρο θα ήταν εν ανάγκη να μην επιτρέψει το κούρεμα. Αυτό όμως θα οδηγούσε το πιο πιθανό το ελλαδικό κράτος στην κατάρρευση με συνέπειες που δεν μπορώ καν να διανοηθώ στις εθνικές σχέσεις Κύπρου-Ελλάδας και με πολλαπλάσιες ζημιές στην οικονομία. Δεν αναμένεται από απλό κόσμο να διαγιγνώσκει τέτοια ζητήματα. Και αν οι ειδικοί για δικούς τους λόγους θέλουν να χρησιμοποιούν την επιστήμη, δεν μπορώ να αντιληφθώ ποιος θα προστατέψει τον απλό κόσμο από την σύγχυση. Τουλάχιστον, οι πολίτες ας μην υιοθετούν άκριτα ό,τι εμφανίζεται στα ΜΜΕ. Υπάρχουν πολλές σκοπιμότητες που στρέβλωσαν το προσκήνιο και δυστυχώς αυτή η συμπεριφορά δεν περιορίζεται μόνο στους πολιτικούς.
Κώστας Μαυρίδης -  Διδάκτωρ Χρηματοοικονομικής                            mavrides@ucy.ac.cy                                                

Πολιτική αυτο-αποκεφαλισμού



Μερικούς μήνες πριν λήξει η θητεία της, η Κυβέρνηση αναγνώρισε την συμφωνία Τύμβιου και «Επιτροπής» για ανταλλαγή κατεχόμενης Ε/κ γης με Τ/κ στις ελεύθερες περιοχές, ανατρέποντας την ως τώρα πολιτική στο περιουσιακό (τις κατεχόμενες ιδιοκτησίες Ε/κ γης και τις Τ/κ στις ελεύθερες περιοχές). Η απόφαση βασίστηκε σε γνωμάτευση του Γεν. Εισαγγελέα που με δήλωσή του (9/7/2012) προέβαλε ως κύριο λόγο δημοσίου συμφέροντος την χαμηλή τιμή (!) που θα πληρώσει το κράτος για να αγοράσει την Τ/κ γη. Πάντως, αν δημοσιοποιηθούν όλες οι «λεπτομέρειες» της  συναλλαγής θα μαθευτεί πως μέρος θα πληρωθεί σε μετρητά και μέρος με παραχώρηση γης!
Κάθε αιτιολόγηση για τη σημερινή μεταστροφή (σημερινή αφού μέχρι πρόσφατα Κυβέρνηση και Γεν.  Εισαγγελέας είχαν εντελώς διαφορετική στάση) έχει αφετηρία την δικαστική απόφαση του ΕΔΑΔ (υπόθεση Δημόπουλος) του 2010 που έφερε στο προσκήνιο την «Επιτροπή» περιουσιών στα κατεχόμενα για … επίλυση διαφορών στο περιουσιακό. Μετά από εκείνη την απόφαση του ΕΔΑΔ, δημόσια και ιδιωτικά, επιμέναμε πως ουσιαστικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος –με καθοριστικές προεκτάσεις γύρω από το Κυπριακό– επέβαλλαν στην Κυπριακή Δημοκρατία να κηρύξει παράνομη την όποια «Επιτροπή» λειτουργεί στα κατεχόμενα και νομικά άκυρες τις πράξεις της. Άλλωστε, από την στιγμή που η τουρκική «Επιτροπή» λειτουργεί εντός της Κυπριακής επικράτειας, πληθώρα νομικών θεσμών ΥΠΟΧΡΕΩΝΟΥΝ την Κυπριακή Δημοκρατία για το αντίθετο και αυτονόητο: να κηρύξει την «επιτροπή» παράνομη.
Για «ανεξήγητους» λόγους, η συγκεκριμένη απόφαση του ΕΔΑΔ κρίθηκε ως εντολή χωρίς ίχνος ανυπακοής, διαφορετικά θα μας αποκεφαλίσουν. Τελικά, η εφαρμογή μιας ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ Τύμβιου-«Επιτροπής» έχει περισσότερο βάρος δημοσίου συμφέροντος αντί η διαφύλαξη της έννομης τάξης στην Κύπρο και η προστασία των χιλιάδων Ε/κ ιδιοκτητών κατεχόμενων που πλήττονται από την συμφωνία. Πάντως πολιτικά υπάρχει εξήγηση. Μέσω της «Επιτροπής» και της ανταλλαγής παρακάμπτεται ο ογκόλιθος που λέγεται ατομικό δικαίωμα ιδιοκτησίας. Και πλέον, η τουρκοποίηση κατεχόμενης Ε/κ γης είναι νόμιμη ΧΩΡΙΣ ΛΥΣΗ στο Κυπριακό, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. ότι μοναδική νομιμότητα στα κατεχόμενα έχει το Κυπριακό Κτηματολόγιο.        
Τονίστηκε πως η Κυβερνητική απόφαση δεν ανοίγει δρόμο για άλλους. Εντούτοις, ήδη βρίσκονται στο δρόμο πολλές τέτοιες υποθέσεις. Το χειρότερο, διανοίγεται λεωφόρος η οποία παρέχει περίβλημα νομιμότητας σε διάφορες «αρχές» που λειτουργούν στα κατεχόμενα, πριν καν λύση. Αυτός ο κατήφορος οδηγεί στην πλήρη συντριβή εκτός αν ανακοπεί με ανάκληση της απόφασης και επαναφορά στην στέρεη βάση ώστε κάθε όργανο του ψευδοκράτους/Τουρκίας στα κατεχόμενα ορίζεται ΠΑΡΑΝΟΜΟ. Αυτό  επιβάλλει το πραγματικό δημόσιο συμφέρον. Δείγμα προέκτασης της νέας «νομιμότητας» είναι η προτροπή της Γεν. Εισαγγελείας σε συγγενείς αγνοουμένων να δώσουν καταθέσεις στα όργανα του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας. Πόσο παραστρατημένη είναι η νομική υπηρεσία της ΚΔ που ζητά από πολίτες του να πάνε στο έδαφος  της κυπριακής επικράτειας για να υποστούν νομικές διαδικασίες μιας εισβάλλουσας χώρας; Και με μοναδικό πάντα επιχείρημα πως σε αυτό κατέληξε το ΕΔΑΔ, θεωρώντας πως το ΕΔΑΔ επικρατεί έναντι κάθε άλλης θεσμικής/νομικής δέσμευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως, τα πράγματα ΔΕΝ είναι έτσι. Δείγμα μόνο για το αντίθετο αναφέρω το άρθρο 25 του Καταστατικού Χάρτη/ΟΗΕ το οποίο δεσμεύει τα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας/ΟΗΕ, που ως γνωστό υποχρεώνει όλους να αποφεύγουν ενέργειες που παρέχουν νομιμότητα στο ψευδοκράτος. Επίσης, στην δικαστική απόφαση “Chafiq Ayadi εναντίον Council of the European Union” (2006) καθορίστηκε ότι οι υποχρεώσεις κάθε κράτους μέλους του ΟΗΕ (π.χ. της Κυπριακής Δημοκρατίας) υπερτερούν (clearly prevail) κάθε άλλης υποχρέωσης περιλαμβανομένης και προς το Συμβούλιο της Ευρώπης (ΕΔΑΔ). Για να αναγνωρίσεις αξία σε αυτά πρέπει πρώτα να θέλεις. Ωστόσο, επικράτησε πως αν δεν προσαρμοστούμε θα μας … κόψουν το κεφάλι. Και για να είμαστε ένα βήμα μπροστά, κόψαμε μόνοι το κεφάλι μας. Με τέτοια πολιτική είμαστε χαμένοι.
Κώστας Μαυρίδης   -    mavrides@ucy.ac.cy 

Ποιος Yπερασπίζεται την Eπιστήμη;



Το βαθιά εμπεδωμένο διπολικό πολιτικό παιγνίδι στην Κύπρο (είτε δεξιά είτε αριστερά) απαιτεί από τον καθένα να επιλέξει το ένα ή το άλλο, αφού «αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι με τους άλλους». Ήδη, ένα πλειοψηφικό ποσοστό της κοινωνίας αυτοπροσδιορίζεται με βάση την αντίθεσή του προς το άλλο (π.χ. εναντίον Χριστόφια ή εναντίον Αναστασιάδη;), χωρίς διαμόρφωση δικής του αυτόβουλης θέσης ή επιλογής. Οι δύο συμπληγάδες με τους μηχανισμούς τους δεν ανέχονται όποιον θέλει να αυτοπροσδιοριστεί (στο ενδιάμεσο) και επιδιώκουν να τον συντρίψουν. Και ενόψει προεδρικών για παράδειγμα, μια άποψη που δεν υπηρετεί την επιδίωξη Ν. Αναστασιάδη να γίνει Πρόεδρος, ενεργοποιεί διάφορους που με «φιλικές» και άλλοτε αυστηρές υποδείξεις επιδιώκουν την ευθυγράμμιση π.χ. «αφού θα είναι Πρόεδρος γιατί να μην είμαστε μαζί του», «αύριο που θα τον χρειαστείς, τι θα κάνεις;». Έτσι διαχωρίζεται για δεκαετίες στα δύο η κοινωνία μας, από συντεχνίες μέχρι ομάδες ποδοσφαίρου, από λογοτεχνικούς συνδέσμους μέχρι νεολαίες φοιτητών και ακαδημαϊκούς. Σήμερα, ενώπιον μας έχουμε έναν νέο διαχωρισμό. Ποιος φταίει για τα οικονομικά μας χάλια: η Κυβέρνηση ή ο τραπεζικός τομέας;  
Πέραν από τον εξωγενή παράγοντα, από την αρχή φάνηκε πως οι πηγές προβλημάτων ήταν ο τραπεζικός τομέας και τα δημόσια οικονομικά. Αυτό υποδείκνυαν οι εκθέσεις διεθνών οίκων αξιολόγησης που με βάση επιστημονικό αιτιολογικό προχωρούσαν στην υποβάθμιση της κυπριακής οικονομίας. Εντούτοις, στο εγχώριο πολιτικό προσκήνιο επικράτησαν σκοπιμότητες που ενόψει προεδρικών, βρίσκονται σε έξαρση.  
Η ευθύνη της Κυβέρνησης για τα δημόσια οικονομικά ως αποτέλεσμα επιλογών της και λόγω της μετέπειτα απραξίας και ανικανότητας που επιδείχθηκε είναι δεδομένη. Αυτό παρουσιάστηκε έντονα στα ΜΜΕ και επικράτησε ως συντριπτική άποψη της κοινής γνώμης. Η τραπεζική τρύπα και η ενδεχόμενη εποπτική ευθύνη (που μπορεί μεν να λειτουργεί ως επικοινωνιακή διέξοδος για την Κυβέρνηση) υπήρξαν κατ΄επιλογήν ανύπαρκτα για τον περίγυρο του Ν. Αναστασιάδη. Ταυτοχρόνως, η τεκμηριωμένη επιστημονική ανάδειξη των κυβερνητικών ευθυνών, χαρακτηριζόταν από τους αρμόδιους ως «υπόσκαψη του κυβερνητικού έργου». Στον αντίποδα, πολιτικοί σε συμμαχία με διοικήσεις τραπεζών και τεχνοκράτες με ευθύνη την εποπτεία τους, χαρακτήριζαν την ανάδειξη της τραπεζικής τρύπας και των συνεπαγόμενων ευθυνών, ως «υπόσκαψη του τραπεζικού τομέα». Που να χωρέσει επιστημονική θέση σε αυτή την ζούγκλα αλληλοεξόντωσης και έξαρσης ιδιοτέλειας και σκοπιμοτήτων;  
Συνοπτικά, καταθέτουμε ότι το τραπεζικό πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στα δισεκατομμύρια ευρώ που προκάλεσε η τραπεζική τρύπα. Η γιγάντωση του τραπεζικού τομέα σε σύγκριση με το μέγεθος της κυπριακής οικονομίας, συνθλίβει τις δυνατότητες κρατικής παρέμβασης στην περίπτωση ζημιών. Και είχαμε τεράστιες ζημιές, αποτέλεσμα κυρίως πρακτικών κερδοσκοπίας,  που δημιουργούν ανάγκη για έρευνα εις βάθος. Από την γιγάντωση του τραπεζικού τομέα -συγκριτικά με το μέγεθος της οικονομίας μας- μετακυλύεται στο κράτος επιπρόσθετος κίνδυνος και κόστος που περιορίζει τις αντοχές του. Αναπόφευκτα, η ανάγκη στήριξης των τραπεζών συμπαρέσυρε προς το χειρότερο τα διαβρωμένα δημόσια οικονομικά με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα.
Μια απλή επιστημονική θέση (όπως πιο πάνω), χάθηκε μέσα στον ορυμαγδό των σκοπιμοτήτων και της ατομικής ιδιοτέλειας. Επιπλέον, επικράτησε μια στρεβλωμένη θέση πως όταν μια τράπεζα έχει πρόβλημα (κυρίως από ρίσκα που ανέλαβε), οι ζημιές της κρατικοποιούνται και μεταφέρονται στον αμέτοχο  φορολογούμενο. Άλλες επιλογές ούτε καν εξετάζονται (αντικατάσταση με απόλυση διοίκησης, αναδιάρθρωση, συγχωνεύσεις, εξαγορές, διαχείριση για ορισμένο χρονικό διάστημα κ.ά.). Όταν ο απλός πολίτης ή μικρή επιχείρηση διαπράττει απάτη, διώκεται. Αυτό πρέπει να ισχύει και για τις τράπεζες, ιδίως σε ένα διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο, όπως δηλώνουμε… Μεγάλο βάρος για ανάδειξη της ουσίας πέφτει στους ώμους της επιστημονικής κοινότητας η οποία όφειλε να θέσει την επιστήμη και την κοινωνία υπεράνω όλων. Δυστυχώς, μια μερίδα επέλεξε την «σιωπή» ή ακόμη και την προσεγμένη προσκόλληση σε εκείνον με τις μεγαλύτερες πιθανότητες για Πρόεδρος.
 Κώστας Μαυρίδης - Διδάκτωρ Χρηματοοικονομικής         mavrides@ucy.ac.cy

Απέναντι στους πάσης φύσεως οδοστρωτήρες


Για τα πολιτικά μαλλιοτραβήγματα που εξάπτουν την κοινή γνώμη και την επαναφέρουν στο γνωστό διπολικό μαντρί, έχουμε ξαναγράψει. Και καθώς η οικονομική κρίση βαθαίνει,  είμαστε ενώπιον ενός ορυμαγδού πολιτικών σκοπιμοτήτων που βρίσκεται σε έξαρση ενόψει προεδρικών. Ειδικά για όποιον υποψήφιο παίζει το τελευταίο του πολιτικό χαρτί θεωρώντας πως είναι η ευκαιρία να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, το επιτελείο και ο σκληρός περίγυρος φιλτράρουν τα πάντα με κριτήριο το κατά πόσον συμφέρουν στο δικό τους υποψήφιο. Εισηγήσεις, καλές ή κακές, από αντιπάλους ή μη,  «σκοτώνονται» μόλις εμφανιστούν και αδιερεύνητα εφόσον δεν προέκυψαν από τον δικό τους υποψήφιο. Φυσικά, στο προσκήνιο και στα ΜΜΕ, ο «αγώνας» παραμένει αναλλοίωτος: για  το καλό της κοινωνίας (!), για έξοδο από την κρίση μέσω της ανάπτυξης (!), για απόδοση ευθυνών στις τράπεζες και τους τραπεζίτες (επόπτες και εποπτευόμενους) και άλλα. Κάποιοι τα πιστεύουν και άλλοι προφανώς κάνουν πως τα πιστεύουν.
Καθώς λοιπόν η οικονομική κρίση βαθαίνει,  οι φράσεις  του συρμού πληθαίνουν. Για μήνες τα επιτελεία άρπαξαν την λέξη «ανάπτυξη» που πλέον «είναι το κλειδί που θα μας βγάλει από την κρίση». Αλλά, παρά την συχνή ανακύκλωση της μαγικής λέξης, δύσκολα της προσδίδουν ουσιαστικό και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παρεμπιπτόντως, μια υπό εξέλιξη νέα φράση του συρμού είναι πως «για να εξέλθουμε της κρίσης απαιτείται κοινωνική συναίνεση». Όντως απαιτείται κοινωνική συναίνεση και ανοχή αφού, με την Τρόικα ενώπιον μας οι επιλογές είναι περιορισμένες. Αλλά η κοινωνική συναίνεση εξυπακούει ότι τα μέτρα θα είναι πραγματικά κοινωνικά δίκαια. Για παράδειγμα, πως έχουν συνεισφέρει οι τράπεζες για ό,τι έχει επισυμβεί; Με το «δώρο» €1.8 δις που φορτώθηκε στους αμέτοχους πολίτες και τα πολύ περισσότερα που έμμεσα φορτώνονται στο κράτος;
Το αίσθημα δικαίου μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά και συνεκτικά στην κοινή μάχη αλλά είναι θεωρίες ενόσω δεν στηρίζονται από ουσιαστικές πολιτικές. Και τις πολιτικές δεν τις διαμορφώνει ο … «απλός άνθρωπος». Τις διαμορφώνει η εκάστοτε Κυβέρνηση. Η δε παρούσα διαθέτει σε ΟΛΟΥΣ τους Τουρκοκύπριους δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ για τους Ελληνοκύπριους υπάρχουν οικονομικά κριτήρια. Και διαφημίζει τις ελκυστικές πολιτικές της στους εισαγόμενους και τους ξένους με πληρωμένες εκστρατείες στα ΜΜΕ. Ναι μεν οι περικοπές εδώ δεν θα λύσουν τα οικονομικά προβλήματα. Ωστόσο, είμαστε εν μέσω πορείας πτώχευσης που επιβάλλει περικοπές παντού. Ερωτώ λοιπόν. Οι πιο πάνω πολιτικές συμβάλλουν στο αίσθημα δικαίου και στην κοινωνική συναίνεση; Επιπλέον, έπρεπε να έρθει η Τρόικα να ζητήσει περικοπές σε αυτό τον τομέα;  
Ομολογουμένως, επικρατεί ένα περιβάλλον όπου δεν ευδοκιμεί ο νηφάλιος προβληματισμός γύρω από εισηγήσεις που δυνατόν να προσφέρουν διέξοδο. Πέραν από διάφορους επαγγελματίες πολιτικούς που μένουν στο γενικό και αόριστο, ο περίγυρος του  υποψήφιου κυνηγά με ζήλο να συντρίψει κάθε πρόταση/εισήγηση που προέρχεται από αλλού. Εντούτοις, κάθε εισήγηση πρέπει να αξιολογείται έξω από το πλαίσιο των προεδρικών. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να διερευνηθεί εις βάθος ένας σχεδιασμός για μεταφορά εσόδων στο σήμερα από την μελλοντική ανάπτυξη του φυσικού αερίου; Ο χώρος δεν παρέχεται για πλήρη επεξήγηση, αλλά υπάρχουν μέθοδοι που αξίζει να εξεταστούν. Το επιβάλλουν οι περιστάσεις και η πρωτοφανής επικείμενη δυστυχία. Πάντως, απογοήτευση προκαλεί  η μεταχείριση που τυγχάνει μια πρόταση επειδή πρόλαβε και το εισηγήθηκε άλλος υποψήφιος. Αντί να αξιολογηθεί το περιεχόμενο της, η πρόταση απορρίπτεται και μάλιστα από όσους για να προωθήσουν το Σχ. Ανάν το 2004 δεν … αντιλήφθηκαν την συνωμοσία γύρω από το φυσικό αέριο. Αν όμως προλάμβανε ο δικός τους υποψήφιος να προβάλει μια πρόταση, καλή ή κακή, θα ήταν αδιερεύνητα ένθερμοι υποστηριχτές της, διότι έτσι λειτουργούν όσοι δεν σκέφτονται για τον εαυτό τους.   
Κώστας Μαυρίδης - Διδάκτωρ Χρηματοοικονομικής          mavrides@ucy.ac.cy

Ευρωζώνη: Πολιτική και Επιστήμη



Πριν την πρόσφατη αναστάτωση για το ευρώ, η όποια συζήτηση θα ήταν περιττή αφού δεν υπήρχε σοβαρή πολιτική δύναμη που να πιθανολογεί έξοδο από το ευρώ ως εναλλακτική επιλογή στα οικονομικά μας προβλήματα. Τελικά, η Κυβέρνηση  εξουδετέρωσε τις δηλώσεις του Γ.Γ. Γραμματέα του ΑΚΕΛ που ίσως και ο ίδιος να μην εννοούσε αλλά δεν παραδέχτηκε ως λεκτικό … παραστράτημα, δίνοντας περιεχόμενο σε όσους αναφέρθηκαν σε κουβέντες του καφενέ. Εκείνο που αξίζει περαιτέρω συζήτησης είναι μερικές απόψεις με περιτύλιγμα επιστημονικής ανάλυσης που επιρρίπτουν στο ευρώ τα προβλήματά μας. 
Στην Ευρωζώνη, μόνο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί να εκδίδει ευρώ. Κανένα  κράτος-μέλος ξεχωριστά. Επιπρόσθετα, η λειτουργία της ΕΚΤ για έκδοση χρήματος διέπεται από αυστηρούς περιοριστικούς όρους που τέθηκαν εξ αρχής στη σύστασή της, παρόμοιοι με όσα ίσχυαν για το Γερμανικό Μάρκο. Ως αποτέλεσμα, οι αρμοδιότητες της ΕΚΤ στη βάση των όρων λειτουργίας της, δεν παρέχουν δυνατότητα αύξησης της προσφοράς χρήματος (με έκδοση ευρώ) μέσω μιας επεκτατικής νομισματικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα μπορούσε να τεθεί εκτός ευρωζώνης αφού δεν την δάνειζε κανείς ευρώ και ούτε μπορούσε να εκδώσει ευρώ η ίδια. Γι αυτό κατέληξε στο μνημόνιο της Τρόικας. Κατά παρόμοιο τρόπο (ανεξαρτήτως αιτίων) η Κύπρος θα μπορούσε να «επιλέξει» έξοδο από το ευρώ για να έχει δικαίωμα έκδοσης χρήματος (π.χ. η Κεντρική Τράπεζα την κυπριακή λίρα) και μέσω αυτού να ασκείται ενεργός νομισματική πολιτική γύρω από τα επιτόκια, τη  συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας με άλλα νομίσματα (υποτίμηση ή ανατίμηση) κ.ά.  Αυτά σε θεωρητικό επίπεδο. Σε πρακτικό επίπεδο, οι κίνδυνοι θα ήταν αδιανόητοι με μαζική εκροή κεφαλαίων και εκθεμελίωση του τραπεζικού τομέα, με τεράστια αύξηση των τιμών (λόγω εισαγωγών π.χ. στα καύσιμα) και άλλα από τα οποία θα υπέφερε ένα περιθωριακό τοπικό νόμισμα εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.  
Εντύπωση προκαλούν απόψεις με επιστημονικό μανδύα που κρίνουν πως το ευρώ είναι το αίτιο για τη σημερινή αδυσώπητη οικονομική μας δυσπραγία. Ένας από αριστερά με συνέντευξη στην «Χαραυγή» τονίζει πως λόγω της «υιοθέτησης του ευρώ … και κυρίως μετά την ένταξη στην ευρωζώνη η κυπριακή οικονομία πνίγηκε στα χρέη». Στον αντίποδα, ένας άλλος (άκρως νεοφιλελεύθερος), έκρινε και αυτός πως η ένταξη στο ευρώ προκάλεσε τα δεινά μας χωρίς ουσιαστική εξήγηση, μάλλον επειδή δεν μπορεί να προσδώσει κάτι θετικό στην προηγούμενη Κυβέρνηση.
Η συχνή χρήση ομπρέλας για προστασία από την βροχή, δεν σημαίνει πως η ομπρέλα προκαλεί την βροχή. Η ένταξη στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη δεν υπήρξε το αίτιο των συμφορών μας. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από την ένταξή μας στην ευρωζώνη ως σήμερα,  μεσολάβησαν καθοριστικά γεγονότα και συμπεριφορές που θα παραμένουν σημεία αναφοράς για δεκαετίες. Η παγκόσμια οικονομική κρίση και η συνακόλουθη κρίση στην ευρωζώνη, έπληξε με δριμύτητα τα κράτη εκείνα που για δέκα περίπου χρόνια ενώ επωφελήθηκαν υπέρμετρα από το ευρώ (δανείζονταν με ιστορικά χαμηλό επιτόκιο π.χ. η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκιο όπως η Γερμανία για πρώτη φορά στην νεοελληνική ιστορία), εκτροχιάστηκαν στα δημόσια οικονομικά, είτε χειρότερα, ακολούθησαν κακοδιαχείριση, φοροδιαφυγή και διαφθορά. Αυτά δεν τα προκάλεσε το ευρώ. Άλλωστε, γιατί δεν συμβαίνουν τα ίδια στην Γερμανία και Αυστρία που έχουν ευρώ; Τα άλματα στον χρόνο παραγνωρίζοντας τα σοβαρά ενδιάμεσα, οδηγούν σε ανόητα συμπεράσματα. Με την λογική των αλμάτων, αν δεν ήταν η Ελλάδα στην Ε.Ε. δεν θα έφτανε στο σήμερα οικονομικό χάλι. Φταίει λοιπόν για τα σημερινά ο Καραμανλής που έβαλε την Ελλάδα στην τότε ΕΟΚ;
Οι πολιτικές απόψεις χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση εύκολα απογυμνώνονται. Οι απόψεις που ντύνονται με επιστημονικό μανδύα για να υπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες, αρκετά δύσκολα.  
Κώστας Μαυρίδης - Διδάκτωρ Χρηματοοικονομικής                 mavrides@ucy.ac.cy